Η αστική ευθύνη του ιατρού είναι ουσιαστικά η υποχρέωσή του προς αποζημίωση του ασθενούς. Συντρέχουν οι προϋποθέσεις της όταν ο ιατρός με πράξεις ή παραλείψεις του παραβιάζει διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Η υποχρέωση προς αποζημίωση πηγάζει από τρεις (νομικές) αιτίες :

  1. Από τη σύμβαση μεταξύ ιατρού – ασθενούς και την παραβίαση των όρων των συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν (συμβατική ευθύνη).
  2. Από την αδικοπραξία. Αδικοπραξία είναι ο νομικός όρος που περιγράφει το αδίκημα, ή με άλλα λόγια την παράνομη και υπαίτια πράξη (ή παράλειψη), η οποία προξενεί ζημία σε άλλο πρόσωπο (αδικοπρακτική ευθύνη).
  3. Από το Νόμο περί προστασίας των καταναλωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου, ο παρέχων ανεξάρτητες υπηρεσίες ευθύνεται σε αποζημίωση για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Την άδεια διαμονής δικαιούται και όποιος κατέχει περισσότερα από ένα ακίνητα, τα οποία στο σύνολό τους αγοράστηκαν με ποσό ύψους 250.000 € ή μεγαλύτερο. Ακόμα δηλαδή και αν το κάθε ακίνητο μεμονωμένα έχει αξία μικρότερη των 250.000 €, αρκεί η συνολική αξία των ακινήτων ενός προσώπου στην Ελλάδα να ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό, για να αποκτήσει άδεια διαμονής. Τέλος, να σημειωθεί ότι αρκεί η αγορά, εκτός από ακινήτου, οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας, άρα αρκεί και η αγορά οικοπέδου.

Η ανωτέρω άδεια μπορεί να ανανεωθεί για ισόχρονο διάστημα πέντε ετών, αν συνεχίζουν να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Αν πωληθεί η ακίνητη περιουσία σε έτερο πολίτη τρίτης χώρας, όσο διαρκεί η πενταετία, η άδεια ανακαλείται για τον πωλητή και χορηγείται στον αγοραστή.

  • 1. ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

     

    Η φύση της συμβάσεως που συνάπτεται μεταξύ ιατρού και ασθενούς, ο νομικός δηλαδή χαρακτηρισμός της δικαιοπρακτικής σχέσης που συνδέει τον επαγγελματία-ιατρό με τον πελάτη-ασθενή του, παραμένει αμφιλεγόμενη στην ελληνική νομική επιστήμη. Ο Αστικός Κώδικας δεν περιέχει ειδική μορφή συμβάσεως για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, για το λόγο αυτό αποτελεί ζήτημα ερμηνείας η φύση της συμβάσεως ιατρικής αγωγής.

    Σε κάθε, πάντως, περίπτωση πρόκειται είτε για σύμβαση έργου, είτε για σύμβαση εργασίας. Γίνεται, εντούτοις, δεκτό από τους υποστηρικτές και των δύο απόψεων ότι ο ιατρός δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση ιάσεως, δεν υπόσχεται δηλαδή το θετικό αποτέλεσμα των ενεργειών του, καθώς αυτό είναι αδύνατο λόγω του πεπερασμένου της ανθρώπινης φύσης και του απρόβλεπτου στοιχείου του ανθρώπινου οργανισμού. Αυτό που ο ιατρός ως συμβαλλόμενος υπόσχεται, είναι η παροχή άρτιων ιατρικών υπηρεσιών σύμφωνα με τα στάνταρ και τα δεδομένα που θέτουν η ιατρική επιστήμη και τεχνολογία γενικά, αλλά και ο συγκεκριμένος ιατρός ειδικότερα, ανάλογα με την ειδικότητα, την εμπειρία του και τα διαθέσιμα σε αυτόν μέσα.

    Εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα δύνανται να αποτελέσουν συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις, οι οποίες είτε λόγω της έλλειψης θεραπευτικού χαρακτήρα είτε λόγω του χαρακτηρισμού τους ως ιατρικές πράξεις τεχνικής φύσεως που στερούνται επιπλοκών, πρέπει (σύμφωνα με την κρατούσα άποψη και σύμφωνα με το πρότυπο του γερμανικού δικαίου) να συνοδεύονται από υπόσχεση επελεύσεως συγκεκριμένου αποτελέσματος. Τέτοιου είδους ιατρικές πράξεις είναι, μεταξύ άλλων, οι κοσμητικές επεμβάσεις, η στείρωση, η εγχείρηση κηρσοκήλης, η εκούσια διακοπή της εγκυμοσύνης, η κατασκευή και τοποθέτηση τεχνητής οδοντοστοιχίας. Όπως γίνεται αντιληπτό, σε όλες τις περιπτώσεις αυτές ο ιατρός εγγυάται την επιτυχία της επέμβασης ή θεραπείας, και μόνο αν υπάρχει ρητή και σαφής διαβεβαίωσή του για το αποτέλεσμα, θεμελιώνεται ευθύνη από τη μη επέλευσή του.

    Χαρακτηριστική, επί του θέματος αυτού, είναι η διατύπωση της σχετικής διάκρισης στη γαλλική νομική επιστήμη, η οποία χαρακτηρίζει την ιατρική υποχρέωση ως υποχρέωση μέσων (obligation des moyens) και όχι ως υποχρέωση αποτελέσματος (obligation de resultat).

    Επομένως, ο ιατρός δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος, για την όποια ζημία υπέστη ο ασθενής, παρά μόνο αν η ζημία αυτή μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα του ιατρού, δηλαδή σε αμέλειά του. Βασική διαφορά μεταξύ της συμβατικής και της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις. Στην αδικοπρακτική ευθύνη ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι μικρότερος: Αρκεί ελαφρά αμέλεια, ενώ στην περίπτωση της ευθύνης από σύμβαση απαιτείται δόλος ή βαριά αμέλεια.

    Δεύτερη κρίσιμη διαφορά μεταξύ των δύο βάσεων της αστικής ευθύνης του ιατρού είναι το εύρος της οφειλομένης αποζημίωσης. Στην περίπτωση της αδικοπρακτικής ευθύνης η αποζημίωση περιλαμβάνει το πλέον νευραλγικό κονδύλιο, της ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. Ψυχική οδύνη οφείλεται στους συγγενείς και τους οικείους του θύματος, σε περίπτωση θανάτου του ασθενούς, ενώ ηθική βλάβη οφείλεται στον ίδιο τον ασθενή, σε περίπτωση βλάβης της υγείας του. Η ηθική βλάβη αποτελεί την αποζημίωση για τη ζημία που δεν είναι αποτιμητέα σε χρήμα. Η αποζημίωση για τη μη περιουσιακή ζημία καλείται να αποκαταστήσει την ψυχική ταλαιπωρία, τον πόνο και την στεναχώρια, που υφίσταται ο ασθενής.

    Μία τρίτη, τέλος, διαφορά, έγκειται στο βάρος αποδείξεως. Επί αδικοπρακτικής ευθύνης ο ασθενής καλείται να αποδείξει το πταίσμα του ιατρού, το οποίο στα πλαίσια της συμβατικής (δικαιοπρακτικής ευθύνης) τεκμαίρεται

     

  • 2. ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

     

    Η δεύτερη κατά σειρά ανωτέρω αναφερθείσα διαφορά αποτελεί το βασικό λόγο, για τον οποίο (όχι μόνο οι ασθενείς αλλά γενικά) οι παθόντες στα πλαίσια συμβατικού δεσμού επιλέγουν να εγείρουν αγωγές που στηρίζονται στην ευθύνη λόγω αδικοπραξίας. Το γεγονός δηλαδή ότι η συμβατική ευθύνη, ως νομική βάση της αγωγής, δεν δίνει το δικαίωμα στον παθόντα να αναζητήσει την μη περιουσιακή του ζημία, οδηγεί τον ενάγοντα-ασθενή στην επιλογή να εγείρει αγωγή με βάση την αδικοπραξία, παρόλο ότι το βάρος αποδείξεως που τον βαρύνει, στην περίπτωση αυτή, είναι μεγαλύτερο. Κατά συνέπεια η αδικοπρακτική ευθύνη αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ιατρικής αστικής ευθύνης και τη συχνότερη, αν όχι αποκλειστική, νομική βάση όλων των αγωγών αποζημιώσεως.

    Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης ιατρού απαιτούνται, σωρευτικώς, οι ακόλουθες προϋποθέσεις :

    1. Παράνομη συμπεριφορά
    2. Υπαίτια συμπεριφορά
    3. Ζημία και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και ζημίας.

     
    Παράνομη συμπεριφορά

    Το κεντρικό νομοθέτημα που θεσπίζει την πλημμελή ή μη lege artis διεξαχθείσα ιατρική συμπεριφορά είναι ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν.3418/2005), ενώ σε ισχύ παραμένει και ο Κώδικας Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος (Α.Ν.1565/1939).

    Πέραν των νομοθετικών αυτών κειμένων υπάρχουν και περισσότερο εξειδικευμένοι νόμοι, που περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με συγκεκριμένες ιατρικές υποχρεώσεις. Σε κάθε πάντως περίπτωση διερεύνησης ιατρικής ευθύνης, θεμελιώδες και αποφασιστικό μέγεθος αποτελούν τα στάνταρ της ιατρικής επιστήμης και τέχνης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα: Θα προέβαινε στις ίδιες ενέργειες ο μέσος ιατρός της αντίστοιχης ειδικότητας; Απηχεί τα δεδομένα και κεκτημένα της ιατρικής επιστήμης η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ασθενούς από τον συγκεκριμένο ιατρό;

     
    Υπαίτια συμπεριφορά

    Αντίστοιχα είναι και τα ερωτήματα που απαντούν στο ερώτημα αν υπάρχει υπαίτια συμπεριφορά του ιατρού. Το κρίσιμο μέγεθος εδώ είναι, φυσικά, η αμέλεια, καθώς δε νοείται ιατρός που βλάπτει εκ προθέσεως τον ασθενή του. Προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη αμέλειας στο πρόσωπο του ιατρού, εξετάζεται η συμπεριφορά του, οι πράξεις του και οι ιατρικοί χειρισμοί του. Υπάρχουν περιπτώσεις που η διαπίστωση της ύπαρξης ιατρικής αμέλειας δεν απαιτεί την σύμπραξη πραγματογνώμονα – ιατρού. Πρόκειται για τις περιπτώσεις που η συμπεριφορά του ιατρού αποκλίνει από τα κοινωνικά και επαγγελματικά πρότυπα κατά τρόπο τέτοιο, που δεν γεννάται αμφισβήτηση για το δικαστή, ο οποίος μπορεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις προσωπικές του γνώσεις να διαγνώσει την ύπαρξη αμέλειας.

    Αν, φερ’ ειπείν, ιατρός αναλάβει την περίθαλψη ασθενούς γνωρίζοντας ότι τελεί (ο ίδιος) υπό κατάσταση μέθης ή αν στρατιωτικός ιατρός στείλει τον σε εμπύρετη κατάσταση στρατιώτη στον κοιτώνα του, δίδοντας του μόνο ασπιρίνη, χωρίς να προβεί σε εξέταση, η οποία θα αποκάλυπτε το μέγεθος του προβλήματος, ή αν χειρουργός προβεί από απροσεξία σε επέμβαση επί του δεξιού αντί του αριστερού άκρου, σε αντίστοιχες περιπτώσεις δεν χρειάζεται η επίκληση πραγματογνώμονα, προκειμένου να διαπιστωθεί το ιατρικό πταίσμα. Το πλέον σύνηθες, όμως, είναι να διορίζεται από το δικαστήριο ιατρός πραγματογνώμονας, αποστολή του οποίου είναι να παρέχει στον δικαστή τις απαραίτητες ιατρικές γνώσεις και πληροφορίες.

    Όπως προαναφέρθηκε, ο ιατρός ευθύνεται, σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας μας για κάθε αμέλεια, ακόμα δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ.

    Ως γενικό, όμως, κριτήριο λαμβάνεται η συμπεριφορά του συνετού και επιμελούς ιατρού, της ίδιας ειδικότητας που ενεργεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες, που ενήργησε και ο κρινόμενος ιατρός.

     
    Αιτιώδης σύνδεσμος

    Τελευταία προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επελθόντος αποτελέσματος και της συμπεριφοράς που αποτέλεσε το νόμιμο λόγο ευθύνης του υπαιτίου. Η ανάγκη της ύπαρξης του συνδέσμου αυτού είναι λίγο πολύ αυτονόητη, αποκτά δε ιδιαίτερη σημασία σε θέματα παραλείψεως, καθώς επίσης και σε περιπτώσεις, όπου δεν μπορεί να αποσαφηνισθεί, αν η ζημία προκλήθηκε πράγματι από τον ιατρικό χειρισμό ή από κάποιον άλλον παράγοντα, της νόσου ή του ασθενούς.

    Για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ιατρικής πράξης και της ζημίας του ασθενούς απαιτούνται, συνηθέστατα, ιατρικές γνώσεις. Υπάρχουν, όμως, πολλές περιπτώσεις όπου και αν ακόμη γινόταν η σωστή διάγνωση ή και αν εφαρμοζόταν η σωστή ιατρική αγωγή, η ζημία θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση. Σε τέτοιου είδους ιατρικά περιστατικά, όπου η ζημία θα επερχόταν ούτως ή άλλως, ελλείπει το στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου και δεν θεμελιώνεται ιατρική ευθύνη.

     

  • 3. ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

    Όσα λέχθηκαν για την αστική ευθύνη του ιατρού ισχύουν και για την περίπτωση που ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του μέσω ενός νοσηλευτικού φορέα (κρατικού ή ιδιωτικού) είτε συνδέεται με το φορέα αυτόν με σχέση εργασίας, είτε απλώς χρησιμοποιεί τα μέσα και τις εγκαταστάσεις του. Αυτό συμβαίνει, διότι ο ιατρός αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά, προσφέροντας τα εχέγγυα της επιστημονικής και επαγγελματικής του κατάρτισης, την αντιμετώπιση προβλημάτων της υγείας του ασθενούς, δηλαδή έννομα αγαθά (ιδιαίτερα νευραλγικά μάλιστα) του ασθενούς ως ατόμου, όχι ως πολίτη. Για το λόγο αυτό, είτε πρόκειται για αμιγώς ιδιωτική σχέση (ιδιώτης ιατρός – ασθενής), είτε για σχέση που εμπεριέχει τη μεσολάβηση της κρατικής μέριμνας ή κάποιου ασφαλιστικού φορέα, η τριμερής αυτή σχέση μεταξύ ασθενούς, ιατρού και νοσοκομείου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο του αστικού δικαίου.

    Το μοναδικό στοιχείο διαφοροποίησης προέρχεται από το γεγονός ότι συνυπεύθυνο θα είναι και το νοσοκομείο ή η κλινική, όπου έλαβε χώρα το ιατρικό πταίσμα. Έχει, συγκεκριμένα, νομολογηθεί ότι ακόμη και η κλινική ευθύνεται για λάθη των ιατρών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις εγκαταστάσεις της, παρόλο που η μεταξύ της κλινικής και του μεμονωμένου ιατρού σχέση εμφανίζεται, στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερα χαλαρή, αφού δεν υπάρχει μεταξύ τους στοιχείο εξάρτησης. Παρόλα αυτά κλινική και ιατρός θα ευθύνονται εις ολόκληρον σε αποζημίωση του ασθενούς, δηλαδή ο ασθενής θα εγείρει την αξίωσή του τόσο κατά της κλινικής, όσο και κατά του ιατρού, ενώ υπόχρεοι προς αποζημίωση, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, θα είναι αμφότεροι.

    Στην περίπτωση του κρατικού φορέα υγείας, η κατάσταση εμφανίζεται εν μέρει διαφοροποιημένη. Αρχικώς, αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς και τον καταλογισμό ευθυνών είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και όχι τα πολιτικά δικαστήρια. Σε θέματα ευθύνης, όμως, τίποτε δεν αλλάζει, αφού και τα διοικητικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες, προκειμένου να αποφανθούν αν υπάρχει ή όχι ιατρική αμέλεια. Εντούτοις, ο ιατρός που παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου απαλλάσσεται από την ευθύνη του για αποζημίωση, εντασσόμενος στο γενικό κανόνα της έλλειψης προσωπικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 38 Υπαλληλικού Κώδικα). Το ζήτημα αυτό υπήρξε για κάποιο διάστημα αμφιλεγόμενο και υποστηρίχθηκε ότι στην περίπτωση των ιατρών έπρεπε να καθιερωθεί εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, η νομολογία όμως των διοικητικών δικαστηρίων επικύρωσε την έλλειψη συντρέχουσας προσωπικής ευθύνης του ιατρού, όταν φέρει την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού. Κατά συνέπεια αποκλειστικά υπόχρεο προς αποζημίωση είναι, στις περιπτώσεις αυτές, το κρατικό νοσοκομείο, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, ο δε ιατρός θα επέχει μόνο πειθαρχικής ευθύνης, καθώς και αστικής ευθύνης έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση που αυτό στραφεί αναγωγικά κατά του υπαλλήλου. Στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται ως προϋπόθεση η επίδειξη βαριάς αμέλειας, προκειμένου να υπάρχει αναγωγική ευθύνη.

    Εξυπακούεται ότι τόσο στην περίπτωση της κλινικής, όσο και στην περίπτωση του νοσοκομείου ενδέχεται να υπάρχει αποκλειστική ευθύνη του νοσηλευτικού ιδρύματος, όταν η ζημία του ασθενούς προκλήθηκε από λάθος που ανάγεται σε θέματα οργάνωσης του νοσοκομείου ή της κλινικής, σε θέματα συντήρησης και εύρυθμης λειτουργίας ιατρικού εξοπλισμού, σε θέματα νοσηλείας κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο ιατρός ευθύνεται μόνο αν ο έλεγχος της γενεσιουργού αιτίας του προβλήματος εντάσσεται στη γενικότερη υποχρέωσή του προς επιμέλεια, ζήτημα ιδιαίτερα δύσκολο, το οποίο άλλωστε ποικίλλει ανάλογα με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

    Χάριν παραδείγματος, μπορούν να αναφερθούν οι εξής περιπτώσεις: Γίνεται δεκτό ότι ο αναισθησιολόγος ευθύνεται για δυσλειτουργία των μηχανημάτων που χρησιμοποιεί, ακόμη και αν έχουν γίνει (από τους υπεύθυνους του νοσοκομείου) όλες οι προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή εργασίες συντήρησης, γιατί θεωρείται ότι ο αναισθησιολόγος πρέπει να διενεργεί έλεγχο της καλής λειτουργίας πριν από κάθε χρήση. Σε νομολογιακό παράδειγμα, ιατρός απαλλάχθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο θεώρησε ότι δεν συνιστά αμέλειά του ότι άφησε ανοικτό το παράθυρο σε δωμάτιο νοσοκομείου που νοσηλευόταν αυτόχειρας μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, ο οποίος τελικώς έπεσε από το παράθυρο. Αντιθέτως σε αντίστοιχη περίπτωση ο Άρειος Πάγος (με τη με αριθμό 683/1997 απόφασή του) επικύρωσε καταδίκη διευθυντή ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής, γιατί δεν πήρε μέτρα φύλαξης και προστασίας ασθενούς με τάσεις αυτοκτονίας, ο οποίος διέφυγε από την κλινική και κατευθύνθηκε προς την πλησιέστερη σιδηροδρομική γραμμή, όπου έθεσε τέρμα στη ζωή του.

Όσα λέχθηκαν για την αστική ευθύνη του ιατρού ισχύουν και για την περίπτωση που ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του μέσω ενός νοσηλευτικού φορέα (κρατικού ή ιδιωτικού) είτε συνδέεται με το φορέα αυτόν με σχέση εργασίας, είτε απλώς χρησιμοποιεί τα μέσα και τις εγκαταστάσεις του. Αυτό συμβαίνει, διότι ο ιατρός αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά, προσφέροντας τα εχέγγυα της επιστημονικής και επαγγελματικής του κατάρτισης, την αντιμετώπιση προβλημάτων της υγείας του ασθενούς, δηλαδή έννομα αγαθά (ιδιαίτερα νευραλγικά μάλιστα) του ασθενούς ως ατόμου, όχι ως πολίτη. Για το λόγο αυτό, είτε πρόκειται για αμιγώς ιδιωτική σχέση (ιδιώτης ιατρός – ασθενής), είτε για σχέση που εμπεριέχει τη μεσολάβηση της κρατικής μέριμνας ή κάποιου ασφαλιστικού φορέα, η τριμερής αυτή σχέση μεταξύ ασθενούς, ιατρού και νοσοκομείου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο του αστικού δικαίου.

Το μοναδικό στοιχείο διαφοροποίησης προέρχεται από το γεγονός ότι συνυπεύθυνο θα είναι και το νοσοκομείο ή η κλινική, όπου έλαβε χώρα το ιατρικό πταίσμα. Έχει, συγκεκριμένα, νομολογηθεί ότι ακόμη και η κλινική ευθύνεται για λάθη των ιατρών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις εγκαταστάσεις της, παρόλο που η μεταξύ της κλινικής και του μεμονωμένου ιατρού σχέση εμφανίζεται, στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερα χαλαρή, αφού δεν υπάρχει μεταξύ τους στοιχείο εξάρτησης. Παρόλα αυτά κλινική και ιατρός θα ευθύνονται εις ολόκληρον σε αποζημίωση του ασθενούς, δηλαδή ο ασθενής θα εγείρει την αξίωσή του τόσο κατά της κλινικής, όσο και κατά του ιατρού, ενώ υπόχρεοι προς αποζημίωση, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, θα είναι αμφότεροι.

Στην περίπτωση του κρατικού φορέα υγείας, η κατάσταση εμφανίζεται εν μέρει διαφοροποιημένη. Αρχικώς, αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς και τον καταλογισμό ευθυνών είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και όχι τα πολιτικά δικαστήρια. Σε θέματα ευθύνης, όμως, τίποτε δεν αλλάζει, αφού και τα διοικητικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες, προκειμένου να αποφανθούν αν υπάρχει ή όχι ιατρική αμέλεια. Εντούτοις, ο ιατρός που παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου απαλλάσσεται από την ευθύνη του για αποζημίωση, εντασσόμενος στο γενικό κανόνα της έλλειψης προσωπικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 38 Υπαλληλικού Κώδικα). Το ζήτημα αυτό υπήρξε για κάποιο διάστημα αμφιλεγόμενο και υποστηρίχθηκε ότι στην περίπτωση των ιατρών έπρεπε να καθιερωθεί εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, η νομολογία όμως των διοικητικών δικαστηρίων επικύρωσε την έλλειψη συντρέχουσας προσωπικής ευθύνης του ιατρού, όταν φέρει την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού. Κατά συνέπεια αποκλειστικά υπόχρεο προς αποζημίωση είναι, στις περιπτώσεις αυτές, το κρατικό νοσοκομείο, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, ο δε ιατρός θα επέχει μόνο πειθαρχικής ευθύνης, καθώς και αστικής ευθύνης έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση που αυτό στραφεί αναγωγικά κατά του υπαλλήλου. Στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται ως προϋπόθεση η επίδειξη βαριάς αμέλειας, προκειμένου να υπάρχει αναγωγική ευθύνη.

Εξυπακούεται ότι τόσο στην περίπτωση της κλινικής, όσο και στην περίπτωση του νοσοκομείου ενδέχεται να υπάρχει αποκλειστική ευθύνη του νοσηλευτικού ιδρύματος, όταν η ζημία του ασθενούς προκλήθηκε από λάθος που ανάγεται σε θέματα οργάνωσης του νοσοκομείου ή της κλινικής, σε θέματα συντήρησης και εύρυθμης λειτουργίας ιατρικού εξοπλισμού, σε θέματα νοσηλείας κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές ο ιατρός ευθύνεται μόνο αν ο έλεγχος της γενεσιουργού αιτίας του προβλήματος εντάσσεται στη γενικότερη υποχρέωσή του προς επιμέλεια, ζήτημα ιδιαίτερα δύσκολο, το οποίο άλλωστε ποικίλλει ανάλογα με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

Χάριν παραδείγματος, μπορούν να αναφερθούν οι εξής περιπτώσεις: Γίνεται δεκτό ότι ο αναισθησιολόγος ευθύνεται για δυσλειτουργία των μηχανημάτων που χρησιμοποιεί, ακόμη και αν έχουν γίνει (από τους υπεύθυνους του νοσοκομείου) όλες οι προβλεπόμενες από τον κατασκευαστή εργασίες συντήρησης, γιατί θεωρείται ότι ο αναισθησιολόγος πρέπει να διενεργεί έλεγχο της καλής λειτουργίας πριν από κάθε χρήση. Σε νομολογιακό παράδειγμα, ιατρός απαλλάχθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο θεώρησε ότι δεν συνιστά αμέλειά του ότι άφησε ανοικτό το παράθυρο σε δωμάτιο νοσοκομείου που νοσηλευόταν αυτόχειρας μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, ο οποίος τελικώς έπεσε από το παράθυρο. Αντιθέτως σε αντίστοιχη περίπτωση ο Άρειος Πάγος (με τη με αριθμό 683/1997 απόφασή του) επικύρωσε καταδίκη διευθυντή ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής, γιατί δεν πήρε μέτρα φύλαξης και προστασίας ασθενούς με τάσεις αυτοκτονίας, ο οποίος διέφυγε από την κλινική και κατευθύνθηκε προς την πλησιέστερη σιδηροδρομική γραμμή, όπου έθεσε τέρμα στη ζωή του.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ

Ο όρος ιατρική αμέλεια αποτελεί κατεξοχήν νομικό όρο, καθώς η τελική διάγνωση για την επίδειξη ή μη αμελούς-πλημμελούς συμπεριφοράς ανήκει αποκλειστικά στα δικαστήρια ή σε άλλα δικαιοδοτικά όργανα, όπως πειθαρχικά συμβούλια ιατρών. Δεν μπορεί κανείς δηλαδή να χρησιμοποιεί, επισήμως, τον όρο ιατρική αμέλεια ή ιατρικό σφάλμα, προτού διαπιστωθεί αρμοδίως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό μίας ιατρικής πράξης ή παράλειψης ως λανθασμένης και επιζήμιας. Στην καθομιλουμένη βεβαίως, και σε ανεπίσημο επίπεδο, ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για να εκφράσει την πεποίθηση του ομιλούντος ότι στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ιατρικό σφάλμα.

Διαπίστωση της ύπαρξης αμελούς ιατρικής συμπεριφοράς διενεργούν τόσο τα αστικά, όσο και τα ποινικά δικαστήρια, τα κριτήρια όμως διαφέρουν σε μερικά σημεία.

Τα αστικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους και τη νομική βάση της εκάστοτε αγωγής, η οποία μπορεί να είναι:

 

Συμβατική ευθύνη, δηλαδή ευθύνη λόγω παραβίασης της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ιατρού και ασθενούς (συναντάται σπανιότερα, διότι δεν καλύπτεται και η ηθική βλάβη).

 

 

Αδικοπρακτική ευθύνη, δηλαδή ευθύνη λόγω διάπραξης αστικού αδικήματος (αποτελεί την συνηθέστερη νομική βάση στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας).

 

 

Ευθύνη βάσει του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 για την Προστασία των Καταναλωτών. Η διάταξη του άρθρου 8 ορίζει την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι ιατρικές υπηρεσίες (πρόκειται για την πιο σύγχρονη νομική βάση, η οποία δεν απαιτεί απόδειξη της παρανομίας και της υπαιτιότητας από τον ενάγοντα-ασθενή, αλλά αντιστρέφει, ως προς τα στοιχεία αυτά, το βάρος αποδείξεως, με αποτέλεσμα να καλείται ο ιατρός να αποδείξει την έλλειψη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του).

 

Επιπλέον, στις αγωγές που καταλήγουν στα αστικά δικαστήρια περιλαμβάνονται, αρκετές φορές, και ζητήματα παραβίασης ιατρικών υποχρεώσεων, που δεν συνιστούν ιατρική αμέλεια, με την αυστηρή έννοια του όρου. Τέτοιες υποχρεώσεις, οι οποίες, εφόσον παραβιαστούν, συνιστούν ασφαλώς αιτίες αποζημίωσης είναι λ.χ. η παραβίαση υποχρέωσης διαφώτισης του ασθενούς και λήψης ενημερωμένης συναίνεσης, η παραβίαση των διατάξεων για την ορθή τήρηση του ιατρικού φακέλου, η παραβίαση του ιατρικού απορρήτου. Κατά συνέπεια, τα αστικά δικαστήρια εξετάζουν μεν το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας, όχι όμως πάντοτε, και όχι με τους ίδιους όρους και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις κάθε φορά.

Αντιθέτως, τα ποινικά δικαστήρια, όταν εξετάζουν την τέλεση ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης από αμέλεια, εφαρμόζουν τα ίδια κριτήρια, τα οποία είναι αυστηρά, δεδομένου ότι στην ποινική δίκη ισχύει η βασική αρχή in dubio pro reo, η αρχή δηλαδή που επιβάλλει κάθε αμφιβολία να λειτουργεί υπέρ της αθωότητας και κατά της ενοχής του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την ποινική θεώρηση του αδικήματος από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, προκειμένου να καταφαθεί ενοχή:

  1. Επίδειξη εξωτερικά αμελούς συμπεριφοράς από τον ιατρό.
  2. Επίδειξη εσωτερικά αμελούς συμπεριφοράς από τον ιατρό.
  3. Ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
  • Εξωτερική Αμέλεια

     

    Εξωτερική αμέλεια συντρέχει, κατά την πάγια προσέγγιση των δικαστηρίων και ενός μέρους της θεωρίας, όταν υπάρχει παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης ή τέχνης.

    Το κριτήριο αυτό δεν θεωρείται επαρκές από άλλη μερίδα της ποινικής θεωρίας, η οποία προτάσσει ως απαραίτητο κριτήριο αυτό της αντικειμενικά επικίνδυνης συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης δηλαδή, η οποία ήταν σε θέση να δημιουργήσει, αυτοτελώς, εμπειρικούς όρους κινδύνου για το έννομο αγαθό (της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, αντίστοιχα).

    Και η δεύτερη προσέγγιση, όμως, επικαλείται τα επιστημονικά δεδομένα, προκειμένου να διαγνωστεί ο επικίνδυνος ή μη χαρακτήρας της ιατρικής συμπεριφοράς.

     

  • Εσωτερική αμέλεια

     

    Εσωτερική αμέλεια συνιστά η έλλειψη της προσοχής, την οποία ο δράστης αφενός όφειλε να επιδείξει, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, αφετέρου μπορούσε να επιδείξει με βάση τις προσωπικές του ικανότητες (άρθρο 28 ΠΚ).

    Συνεπώς, τα νομοθετικά ορισμένα κριτήρια προσδιορισμού του μέτρου της προσήκουσας προσοχής είναι δύο, ένα αντικειμενικό, οι εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ένα υποκειμενικό, οι ατομικές ιδιότητες και ικανότητες του δράστη κατά το χρονικό σημείο τελέσεως της πράξης. Με βάση το πρώτο κριτήριο, η οφειλόμενη προσοχή προσδιορίζεται ως η προσοχή που ήταν απαραίτητη για τη διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, κάτω από τις συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις. Κατ’ αποτέλεσμα διαφορετικό είναι το μέτρο της επιβαλλόμενης προσοχής για τον ίδιο ιατρό σε διαφορετικές καταστάσεις, όταν δηλαδή διαφοροποιούνται οι εξωτερικές συνθήκες και οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες ο ιατρός καλείται να παράσχει την ιατρική φροντίδα λ.χ. σε περίπτωση κατεπείγουσας χειρουργικής επέμβασης από ότι σε κάποιο προγραμματισμένο περιστατικό, επίσης διαφορετικό θα είναι το μέτρο αυτό σε περίπτωση που ο ιατρός είναι αναγκασμένος να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες σε εξωτερικό χώρο, χωρίς την ύπαρξη νοσοκομειακής υποδομής.

    Το επόμενο, υποκειμενικό κριτήριο προσδιορίζεται από τις προσωπικές ικανότητες του εκάστοτε ιατρού. Έτσι διαφορετικές θα είναι οι ατομικές ιδιότητες και κατ’ αποτέλεσμα η μέγιστη δυνατή προσοχή που μπορεί να επιδείξει ο ειδικός σε σύγκριση με τον γενικό ή ανειδίκευτο ιατρό, όπως επίσης το ίδιο θα ισχύει στην περίπτωση ενός πολύπειρου έναντι ενός λιγότερο έμπειρου ειδικού ιατρού. Αντίστοιχες είναι και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες, λόγω εξωτερικών παραγόντων επηρεάζεται η προσωπική κατάσταση του ιατρού. Τέτοιοι παράγοντες είναι η υπερβολική κούραση, μία ξαφνική αδιαθεσία κ.λπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί μεν να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις της αμέλειας, ως προς την ίδια την τέλεση της ιατρικής πράξεως, ο ιατρός όμως θα ευθύνεται, ενδεχομένως, για την ανάληψη των ιατρικών του καθηκόντων, εφόσον οδηγήθηκε σε αυτήν έπειτα από υπερτίμηση των δυνατοτήτων του ή κακή εκτίμηση της καταστάσεως και των δυνατοτήτων επιτυχίας του εγχειρήματός του. Πρόκειται για το λεγόμενο σφάλμα «ανάληψης».

    Η βλάβη που επέρχεται στον ασθενή προκαλείται από κάποιο ειδικότερο σφάλμα του ιατρού, στο οποίο υπέπεσε λόγω ακριβώς της προσωπικής αδυναμίας του στην κατάσταση που βρισκόταν να επιδείξει την αντικειμενικώς επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή.

    Εξαίρεση αποτελούν οι κατεπείγουσες περιπτώσεις, όταν ο ιατρός είναι αναγκασμένος να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες, τουλάχιστον για τη διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού, ακόμη και αν διαβλέπει ότι στερείται των απαραίτητων ικανοτήτων για την πλήρη αντιμετώπιση του περιστατικού. Στις περιπτώσεις αυτές, βεβαίως, η επιβαλλόμενη αντικειμενικά καθώς και η δυνάμενη να επιδειχθεί (σύμφωνα με τις προσωπικές δυνατότητες) προσοχή θα κριθούν με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει ή όχι εσωτερική αμέλεια.

    .

     

Τέλος, απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης και του ζημιογόνου αποτελέσματος, του θανάτου δηλαδή η της σωματικής βλάβης.

Η σχεδόν πάγια διατύπωση που απαντάται στις δικαστικές αποφάσεις και περιλαμβάνει τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό στοιχείο της αμέλειας είναι η ακόλουθη: «…για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ` αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων.»

Ειδικά δε για την ιατρική αμέλεια, συχνή διατύπωση που περιλαμβάνει και τον αιτιώδη σύνδεσμο είναι η εξής: «…κατά κανόνα υπάρχει αμέλεια, αν το αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και οι ενέργειες του ιατρού να μην είναι σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας».

Στον τομέα της αμέλειας υπάρχουν και άλλες επί μέρους κατηγορίες ή διακρίσεις, όπως η ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια καθώς και η συγκλίνουσα αμέλεια, η παρουσίαση των οποίων όμως δεν θα προσέφερε κάτι σημαντικό στον μέσο αναγνώστη. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι ο ευρέως διαδεδομένος όρος της ιατρικής αμέλειας, εφόσον θέλει κανείς να ακριβολογεί, αποτελεί νομικό όρο που προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικής κρίσης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αλόγιστα.