2310 261300

Νέα

Νομολογία

Αναίρεση απόφασης λόγω χαμηλής αποζημίωσης για ψυχική οδύνη(απόφ. 211/2017 ΑΠ)

Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του ΑΠ, είναι δυνατό να αναιρεθεί απόφαση λόγω του ότι η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται εξαιρετικά χαμηλή με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση. Κατά αυτόν τον τρόπο, δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους να προσφύγουν στον Άρειο Πάγο, εάν το Εφετείο τους επιδίκασε χαμηλή αποζημίωση. Οπότε, κατά την πρόσφατη νομολογία του ΑΠ, η οποία εδραιώθηκε μετά την με αριθμό 9/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ,  ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για  το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, ως προς την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ως προς την υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας.

Με την συγκεκριμένη απόφαση, ο ΑΠ έκρινε ότι το Εφετείο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονταν και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, δηλαδή έκρινε ότι το ποσό της αποζημίωσης των συγγενών του θανόντα σε τροχαίο ατύχημα ήταν πολύ χαμηλό και ακύρωσε την απόφαση αυτή, ώστε να επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό.

Αριθμός 211/2017 ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων – καλούντων: 1) D. F. του M., 2) R. συζ. D. F., 3) G. F. του D., 4) B. F. του D., 5) S. F. του D. και 6) P. χας F. F. του H., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσας και ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) P. F. του F., β) F. F. του F. και γ) A. F. του F., όλων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη.

Της αναιρεσίβλητης – καθ` ης η κλήση: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “…………………”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2011 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-10-2011 αγωγή της ήδη 6ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2380/2012 εν μέρει οριστική και 3886/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου διάβασε την από 2-1-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Μαρίας Χυτήρογλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αρ. εκθ. καταθ. ../2014 αιτήσεως αναιρέσεως της 207/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι “οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και “στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει”, και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του “ευλόγου” και συνακόλουθα το “εύλογο” εμπεριέχεται αναγκαίως στο “ανάλογο”.

Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: “Στις …-7-2011 και περί ώρα 16:10, ο E. F. του F. (μη διάδικος), οδηγώντας την υπ` αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του H. E. του P., η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού …, στην περιοχή “…” της …, με κατεύθυνση από Β. προς την πόλη της …, στην ως άνω δε μοτοσικλέτα επέβαινε και ο F. F. του D., γιος των δυο πρώτων εναγόντων και αδελφός των τριών λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής, σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των εκπροσωπούμενων στην παρούσα δίκη από αυτήν τριών ανηλίκων τέκνων της δεύτερης αγωγής. Η ως άνω οδός … είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, το δε πλάτος του οδοστρώματος είναι 3,50 μ. περίπου ανά κατεύθυνση. Στο σημείο αυτό της οδού υπήρχε αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων και πεζών και στα δυο ρεύματα κυκλοφορίας, καθώς και σταθμευμένα οχήματα στα δύο αυτά ρεύματα, αλλά έχοντας, όμως, καταλάβει και τμήμα εκτός οδοστρώματος, λόγω της στενότητας αυτού, και τούτο διότι ήταν παραμονή της εορτής της Αγίας … και υπήρχε παρακείμενος ομώνυμος Ιερός Ναός. Έμπροσθεν της ως άνω μοτοσικλέτας στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και με την ίδια κατεύθυνση εκινείτο το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Ε. Σ., ενώ στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, εκινείτο το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας … υπεραστικό λεωφορείο, οδηγούμενο από τον Π. Ψ.. Κατά το χρονικό σημείο, όπου το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο βρισκόταν σχεδόν απέναντι από το λεωφορείο, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, κινούμενος με υπερβολική για τις ως άνω περιστάσεις ταχύτητα, δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει, όταν το ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο μείωνε σταδιακά την ταχύτητά του για να διέλθουν έμπροσθέν του πεζοί προσκυνητές, με αποτέλεσμα ο μεν τροχός της μοτοσικλέτας να προσκρούσει στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου και ακολούθως, στην προσπάθειά του να επαναφέρει τη μοτοσικλέτα σε ευθεία πορεία, η οποία, σημειωτέον δεν είχε ακόμη ανατραπεί, και να κινηθεί παράλληλα με το αυτοκίνητο, κτύπησε αυτό με το πλαϊνό τμήμα της μοτοσικλέτας και στο οπίσθιο πλαϊνό τμήμα του, στη συνέχεια δε εισήλθε και ανατράπηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού προηγουμένως προσέκρουσε με τη μοτοσικλέτα στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του λεωφορείου, το οποίο εκινείτο, λόγω των προεκτεθεισών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή και στο οδόστρωμα, με πολύ μικρή ταχύτητα, με συνέπεια να τραυματισθεί ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας, υποστάς πολλαπλές ρήξεις ήπατος, καθώς και κακώσεις θωρακικού τοιχώματος, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.

Υπό τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην προαναφερθείσα οδική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός. Συνίσταται δε, ειδικότερα, η αμέλεια αυτή στο ότι ο ανωτέρω οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (αυξημένη κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, στενότητα της οδού, πλήθος σταθμευμένων οχημάτων ένθεν κακείθεν αυτής) και δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα προς αποφυγή συγκρούσεως αν αυτό μείωνε αιφνιδίως την ταχύτητά του ή διέκοπτε την πορεία του, με αποτέλεσμα να επιπέσει σ` αυτό και ακολούθως να εκτραπεί αριστερά και να προσκρούσει στο λεωφορείο με τις ως άνω συνέπειες, με τη συμπεριφορά του δε αυτή παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 12, 19 και 21 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, υφισταμένης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος…

Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα [P. χήρα F. F.] και ο ως άνω θανών F. F. είχαν συνάψει μεταξύ τους νόμιμο γάμο στις 5.5.2005 και από τον γάμο τους αυτό είχαν αποκτήσει ένα τέκνο την P. F., που γεννήθηκε στις …-3-2007 και κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα της ήταν ηλικίας 4,5 ετών…, ενώ η ενάγουσα κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της κυοφορούσε δίδυμα (διένυε τον έβδομο μήνα της κυήσεώς της), τα οποία γεννήθηκαν στις 10-9-2011 και ονομάστηκαν F. και A…. ο δε θανών κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ήταν ηλικίας 37 ετών, απόλυτα υγιής και εργαζόταν ως οικοδόμος αποκερδαίνοντας μηνιαίως κατά μέσο όρο το ποσό των 950 ευρώ… Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, ο θανών ήταν γιος των δυο πρώτων εναγόντων και αδελφός των τριών λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής, σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των εκπροσωπούμενων στην παρούσα δίκη από αυτήν τριών ανηλίκων τέκνων της δεύτερης αγωγής, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του (πλην των κυοφορούμενων τέκνων για τα οποία γίνεται αναφορά παρακάτω) με ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης και στοργής, λόγω δε του αδόκητου και αιφνίδιου θανάτου του υπέστησαν βαθύτατη ψυχική οδύνη και συντριβή, την οποία, επίσης, θα αισθάνονται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με την πάροδο των ετών, όταν αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τα ερεθίσματα από τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο τους και τα δίδυμα τέκνα.

Για την απάμβλυνση της ψυχικής αυτής οδύνης και για την ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφισή τους δικαιούνται κατά νόμο (άρθρα 299 και 932 ΑΚ) εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση, ενόψει ιδίως των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, της ηλικίας του θανόντος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του F. F., του βαθμού συγγενείας που συνέδεε κάθε ενάγοντα με τον θανόντα, της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης τους, της προκύψασας από τις αποδείξεις κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων (η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική) και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας, ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ για τον καθένα από τους δυο πρώτους των εναγόντων, στο ποσό των 10.000 ευρώ για τους λοιπούς τρεις των εναγόντων της πρώτης αγωγής, στο ποσό των 15.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα της δεύτερης αγωγής ατομικά, στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για το ανήλικο τέκνο της P. F. και στο ποσό των 8.000 ευρώ για καθένα των ανηλίκων τέκνων της F. και A. F..

 

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής αυτής ικανοποίησης στα μεγαλύτερα ποσά των 40.000, 25.000, 40.000, 20.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, αβάσιμα δε οι ενάγοντες με το μοναδικό λόγο εκάστης των εφέσεών τους”. Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων στα ποσά των 15.000 ευρώ για κάθε γονέα του θανατωθέντος, 10.000 ευρώ για κάθε αδελφό, 15.000 ευρώ για την σύζυγό του, 10.000 ευρώ για την κατά τον χρόνο του θανάτου του ανήλικη θυγατέρα του και 8.000 ευρώ για καθένα από τα κατά τον χρόνο του θανάτου του κυοφορούμενα δίδυμα τέκνα του, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ` ακολουθίαν οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ` αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρονται οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 207/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2017.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.