2310 261300

Ιατρική Αμέλεια

Ιατρική Αμέλεια

Ο όρος ιατρική αμέλεια αποτελεί κατεξοχήν νομικό όρο, καθώς η τελική διάγνωση για την επίδειξη ή μη αμελούς-πλημμελούς συμπεριφοράς ανήκει αποκλειστικά στα δικαστήρια ή σε άλλα δικαιοδοτικά όργανα, όπως πειθαρχικά συμβούλια ιατρών. Δεν μπορεί κανείς δηλαδή να χρησιμοποιεί, επισήμως, τον όρο ιατρική αμέλεια ή ιατρικό σφάλμα, προτού διαπιστωθεί αρμοδίως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό μίας ιατρικής πράξης ή παράλειψης ως λανθασμένης και επιζήμιας. Στην καθομιλουμένη βεβαίως, και σε ανεπίσημο επίπεδο, ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για να εκφράσει την πεποίθηση του ομιλούντος ότι στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ιατρικό σφάλμα.

Διαπίστωση της ύπαρξης αμελούς ιατρικής συμπεριφοράς διενεργούν τόσο τα αστικά, όσο και τα ποινικά δικαστήρια, τα κριτήρια όμως διαφέρουν σε μερικά σημεία.

Σε αστικό επίπεδο

Τα αστικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους και τη νομική βάση της εκάστοτε αγωγής, η οποία μπορεί να είναι:

Συμβατική ευθύνη

Συμβατική ευθύνη, δηλαδή ευθύνη λόγω παραβίασης της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ιατρού και ασθενούς (συναντάται σπανιότερα, διότι δεν καλύπτεται και η ηθική βλάβη).

Αδικοπρακτική ευθύνη

Αδικοπρακτική ευθύνη, δηλαδή ευθύνη λόγω διάπραξης αστικού αδικήματος (αποτελεί την συνηθέστερη νομική βάση στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας).

Ευθύνη βάσει του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 για την Προστασία των Καταναλωτών

Ευθύνη βάσει του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 για την Προστασία των Καταναλωτών. Η διάταξη του άρθρου 8 ορίζει την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι ιατρικές υπηρεσίες (πρόκειται για την πιο σύγχρονη νομική βάση, η οποία δεν απαιτεί απόδειξη της παρανομίας και της υπαιτιότητας από τον ενάγοντα-ασθενή, αλλά αντιστρέφει, ως προς τα στοιχεία αυτά, το βάρος αποδείξεως, με αποτέλεσμα να καλείται ο ιατρός να αποδείξει την έλλειψη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του).

Επιπλέον, στις αγωγές που καταλήγουν στα αστικά δικαστήρια περιλαμβάνονται, αρκετές φορές, και ζητήματα παραβίασης ιατρικών υποχρεώσεων, που δεν συνιστούν ιατρική αμέλεια, με την αυστηρή έννοια του όρου. Τέτοιες υποχρεώσεις, οι οποίες, εφόσον παραβιαστούν, συνιστούν ασφαλώς αιτίες αποζημίωσης είναι λ.χ. η παραβίαση υποχρέωσης διαφώτισης του ασθενούς και λήψης ενημερωμένης συναίνεσης, η παραβίαση των διατάξεων για την ορθή τήρηση του ιατρικού φακέλου, η παραβίαση του ιατρικού απορρήτου. Κατά συνέπεια, τα αστικά δικαστήρια εξετάζουν μεν το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας, όχι όμως πάντοτε, και όχι με τους ίδιους όρους και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις κάθε φορά.

Σε ποινικό επίπεδο

Αντιθέτως, τα ποινικά δικαστήρια, όταν εξετάζουν την τέλεση ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης από αμέλεια, εφαρμόζουν τα ίδια κριτήρια, τα οποία είναι αυστηρά, δεδομένου ότι στην ποινική δίκη ισχύει η βασική αρχή in dubio pro reo, η αρχή δηλαδή που επιβάλλει κάθε αμφιβολία να λειτουργεί υπέρ της αθωότητας και κατά της ενοχής του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την ποινική θεώρηση του αδικήματος από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, προκειμένου να καταφαθεί ενοχή:

  1. Επίδειξη εξωτερικά αμελούς συμπεριφοράς από τον ιατρό.
  2. Επίδειξη εσωτερικά αμελούς συμπεριφοράς από τον ιατρό.
  3. Ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξωτερική αμέλεια

Εξωτερική αμέλεια συντρέχει, κατά την πάγια προσέγγιση των δικαστηρίων και ενός μέρους της θεωρίας, όταν υπάρχει παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης ή τέχνης.Το κριτήριο αυτό δεν θεωρείται επαρκές από άλλη μερίδα της ποινικής θεωρίας, η οποία προτάσσει ως απαραίτητο κριτήριο αυτό της αντικειμενικά επικίνδυνης συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης δηλαδή, η οποία ήταν σε θέση να δημιουργήσει, αυτοτελώς, εμπειρικούς όρους κινδύνου για το έννομο αγαθό (της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, αντίστοιχα).Και η δεύτερη προσέγγιση, όμως, επικαλείται τα επιστημονικά δεδομένα, προκειμένου να διαγνωστεί ο επικίνδυνος ή μη χαρακτήρας της ιατρικής συμπεριφοράς.

 

Εσωτερική αμέλεια
Εσωτερική αμέλεια συνιστά η έλλειψη της προσοχής, την οποία ο δράστης αφενός όφειλε να επιδείξει, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, αφετέρου μπορούσε να επιδείξει με βάση τις προσωπικές του ικανότητες (άρθρο 28 ΠΚ).Συνεπώς, τα νομοθετικά ορισμένα κριτήρια προσδιορισμού του μέτρου της προσήκουσας προσοχής είναι δύο, ένα αντικειμενικό, οι εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ένα υποκειμενικό, οι ατομικές ιδιότητες και ικανότητες του δράστη κατά το χρονικό σημείο τελέσεως της πράξης. Με βάση το πρώτο κριτήριο, η οφειλόμενη προσοχή προσδιορίζεται ως η προσοχή που ήταν απαραίτητη για τη διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, κάτω από τις συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις. Κατ’ αποτέλεσμα διαφορετικό είναι το μέτρο της επιβαλλόμενης προσοχής για τον ίδιο ιατρό σε διαφορετικές καταστάσεις, όταν δηλαδή διαφοροποιούνται οι εξωτερικές συνθήκες και οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες ο ιατρός καλείται να παράσχει την ιατρική φροντίδα λ.χ. σε περίπτωση κατεπείγουσας χειρουργικής επέμβασης από ότι σε κάποιο προγραμματισμένο περιστατικό, επίσης διαφορετικό θα είναι το μέτρο αυτό σε περίπτωση που ο ιατρός είναι αναγκασμένος να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες σε εξωτερικό χώρο, χωρίς την ύπαρξη νοσοκομειακής υποδομής.Το επόμενο, υποκειμενικό κριτήριο προσδιορίζεται από τις προσωπικές ικανότητες του εκάστοτε ιατρού. Έτσι διαφορετικές θα είναι οι ατομικές ιδιότητες και κατ’ αποτέλεσμα η μέγιστη δυνατή προσοχή που μπορεί να επιδείξει ο ειδικός σε σύγκριση με τον γενικό ή ανειδίκευτο ιατρό, όπως επίσης το ίδιο θα ισχύει στην περίπτωση ενός πολύπειρου έναντι ενός λιγότερο έμπειρου ειδικού ιατρού. Αντίστοιχες είναι και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες, λόγω εξωτερικών παραγόντων επηρεάζεται η προσωπική κατάσταση του ιατρού. Τέτοιοι παράγοντες είναι η υπερβολική κούραση, μία ξαφνική αδιαθεσία κ.λπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί μεν να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις της αμέλειας, ως προς την ίδια την τέλεση της ιατρικής πράξεως, ο ιατρός όμως θα ευθύνεται, ενδεχομένως, για την ανάληψη των ιατρικών του καθηκόντων, εφόσον οδηγήθηκε σε αυτήν έπειτα από υπερτίμηση των δυνατοτήτων του ή κακή εκτίμηση της καταστάσεως και των δυνατοτήτων επιτυχίας του εγχειρήματός του. Πρόκειται για το λεγόμενο σφάλμα «ανάληψης».Η βλάβη που επέρχεται στον ασθενή προκαλείται από κάποιο ειδικότερο σφάλμα του ιατρού, στο οποίο υπέπεσε λόγω ακριβώς της προσωπικής αδυναμίας του στην κατάσταση που βρισκόταν να επιδείξει την αντικειμενικώς επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις προσοχή.Εξαίρεση αποτελούν οι κατεπείγουσες περιπτώσεις, όταν ο ιατρός είναι αναγκασμένος να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες, τουλάχιστον για τη διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού, ακόμη και αν διαβλέπει ότι στερείται των απαραίτητων ικανοτήτων για την πλήρη αντιμετώπιση του περιστατικού. Στις περιπτώσεις αυτές, βεβαίως, η επιβαλλόμενη αντικειμενικά καθώς και η δυνάμενη να επιδειχθεί (σύμφωνα με τις προσωπικές δυνατότητες) προσοχή θα κριθούν με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει ή όχι εσωτερική αμέλεια.

 

Τέλος, απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης και του ζημιογόνου αποτελέσματος, του θανάτου δηλαδή η της σωματικής βλάβης.

Η σχεδόν πάγια διατύπωση που απαντάται στις δικαστικές αποφάσεις και περιλαμβάνει τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό στοιχείο της αμέλειας είναι η ακόλουθη: «…για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ` αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων.»

Ειδικά δε για την ιατρική αμέλεια, συχνή διατύπωση που περιλαμβάνει και τον αιτιώδη σύνδεσμο είναι η εξής: «…κατά κανόνα υπάρχει αμέλεια, αν το αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και οι ενέργειες του ιατρού να μην είναι σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας».

Στον τομέα της αμέλειας υπάρχουν και άλλες επί μέρους κατηγορίες ή διακρίσεις, όπως η ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια καθώς και η συγκλίνουσα αμέλεια, η παρουσίαση των οποίων όμως δεν θα προσέφερε κάτι σημαντικό στον μέσο αναγνώστη. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι ο ευρέως διαδεδομένος όρος της ιατρικής αμέλειας, εφόσον θέλει κανείς να ακριβολογεί, αποτελεί νομικό όρο που προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικής κρίσης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αλόγιστα.